χαυνώνω
•
- προκαλώ την ανοησία στους άλλους, τους κάνω νωθρούς, εύπιστους, χαλαρούς, παθητικούς Βικιλεξικό
- χαλαρώνω σε βαθμό ανοησίας, χάσκω, γίνομαι ράθυμος αλλά και κουτός Βικιλεξικό
- Χαυνώθηκε από την πολλή τηλεόραση
Ετυμολογία
χαυνώνω < αρχαία ελληνική χαυνόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαυνώνω | χαυνώνεις | χαυνώνει | χαυνώνουμε | χαυνώνετε | χαυνώνουν / χαυνώνουνε |
| Παρατατικός | χαύνωνα | χαύνωνες | χαύνωνε | χαυνώναμε | χαυνώνατε | χαυνώναν / χαυνώνανε / χαύνωναν |
| Αόριστος | χαύνωσα | χαύνωσες | χαύνωσε | χαυνώσαμε | χαυνώσατε | χαυνώσαν / χαυνώσανε / χαύνωσαν |
| Μέλλοντας | θα χαυνώνω / θα χαυνώσω | θα χαυνώνεις / θα χαυνώσεις | θα χαυνώνει / θα χαυνώσει | θα χαυνώνουμε / θα χαυνώσουμε | θα χαυνώνετε / θα χαυνώσετε | θα χαυνώνουν / θα χαυνώνουνε / θα χαυνώσουν / θα χαυνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαυνώσει | έχεις χαυνώσει | έχει χαυνώσει | έχουμε χαυνώσει | έχετε χαυνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαυνώσει | είχες χαυνώσει | είχε χαυνώσει | είχαμε χαυνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαυνώσει / να χαυνώνω / να χαυνώσω | να έχεις χαυνώσει / να χαυνώνεις / να χαυνώσεις | να έχει χαυνώσει / να χαυνώνει / να χαυνώσει | να έχουμε χαυνώσει / να χαυνώνουμε / να χαυνώσουμε | να έχετε χαυνώσει / να χαυνώνετε / να χαυνώσετε | να χαυνώνουν / να χαυνώνουνε / να χαυνώσουν / να χαυνώσουνε |
| Προστακτική | — | χαύνωνε / χαύνωσε | — | — | χαυνώνετε / χαυνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →