χαφιές
•
- μειωτικόαστυνομικός ή άτομο συνεργαζόμενο με την αστυνομία που αναλάμβανε να διεισδύσει σε πολιτικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις με στόχο τη συλλογή πληροφοριών και τελικό σκοπό να τις διαλύσει ή να τις διαβρώσει Βικιλεξικό
- γενικότεραο πληροφοριοδότης, ο καταδότης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαφιές < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική خفیه (τουρκική hafiye) < αραβική خَفِيَّة (ḵafiyya)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαφιές | χαφιέδες |
| Γενική | χαφιέ | χαφιέδων |
| Αιτιατική | χαφιέ | χαφιέδες |
| Κλητική | χαφιέ | χαφιέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →