Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαχάμης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοo ραβίνος των ισπανικής καταγωγής Εβραίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαχάμης < τουρκική haham (ραβίνος) < οθωμανική τουρκική خاخام < εβραϊκή חכם (khakhám, σοφός, ραβίνος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαχάμηςχαχάμηδες
Γενικήχαχάμηχαχάμηδων
Αιτιατικήχαχάμηχαχάμηδες
Κλητικήχαχάμηχαχάμηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →