χαχάνισμα
•
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαχανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαχάνισμα < χαχανίζω + -σμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαχάνισμα | χαχανίσματα |
| Γενική | χαχανίσματος | χαχανισμάτων |
| Αιτιατική | χαχάνισμα | χαχανίσματα |
| Κλητική | χαχάνισμα | χαχανίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →