Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαχανητό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χαχάνισμα, το ηχηρό γέλιο Βικιλεξικό
    • Μας ξεκούφαναν με τα χαχανητά τους οι διπλανοί όλη νύχτα, αλλά είχαν γιορτή οπότε δεν γρινιάσαμε
  2. γέλιο όχι απαραιτήτως ηχηρό αλλά παρατεταμενο Βικιλεξικό
    • Σε εκείνη τη σκηνή μας έπιασε ένα χαχανητό κι ας ήταν δραματική ταινία

Ετυμολογία

χαχανητό < χάχανο + -ητό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαχανητόχαχανητά
Γενικήχαχανητούχαχανητών
Αιτιατικήχαχανητόχαχανητά
Κλητικήχαχανητόχαχανητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →