χαχανητό
•
- το χαχάνισμα, το ηχηρό γέλιο Βικιλεξικό
- Μας ξεκούφαναν με τα χαχανητά τους οι διπλανοί όλη νύχτα, αλλά είχαν γιορτή οπότε δεν γρινιάσαμε
- γέλιο όχι απαραιτήτως ηχηρό αλλά παρατεταμενο Βικιλεξικό
- Σε εκείνη τη σκηνή μας έπιασε ένα χαχανητό κι ας ήταν δραματική ταινία
Ετυμολογία
χαχανητό < χάχανο + -ητό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαχανητό | χαχανητά |
| Γενική | χαχανητού | χαχανητών |
| Αιτιατική | χαχανητό | χαχανητά |
| Κλητική | χαχανητό | χαχανητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →