χαχόλος
•
- άνθρωπος που είναι μεγαλόσωμος, άχαρος Βικιλεξικό
- μεταφορικάο άξεστος, ο αγροίκος· ο άνθρωπος που δεν έχει τρόπους, ο χωριάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαχόλος < (άμεσο δάνειο) ρωσική хохол (xaxól)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαχόλος | χαχόλοι |
| Γενική | χαχόλου | χαχόλων |
| Αιτιατική | χαχόλο | χαχόλους |
| Κλητική | χαχόλε | χαχόλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →