χαϊδευτικός
•
- που εκδηλώνει με κάποιο τρόπο τρυφερότητα Βικιλεξικό
- Δεν είχε κακές προθέσεις, το έκανε με χαϊδευτικό τρόπο.
- η χαϊδευτική προσφώνηση
- αυτός που γίνεται με πιο ήπιο τρόπο από όσο αναμενόταν Βικιλεξικό
- χαϊδευτική ποινή
Ετυμολογία
χαϊδευτικός < χαϊδεύ(ω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαϊδευτικός | χαϊδευτική | χαϊδευτικό |
| Γενική | χαϊδευτικού | χαϊδευτικής | χαϊδευτικού |
| Αιτιατική | χαϊδευτικό | χαϊδευτική | χαϊδευτικό |
| Κλητική | χαϊδευτικέ | χαϊδευτική | χαϊδευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαϊδευτικοί | χαϊδευτικές | χαϊδευτικά |
| Γενική | χαϊδευτικών | χαϊδευτικών | χαϊδευτικών |
| Αιτιατική | χαϊδευτικούς | χαϊδευτικές | χαϊδευτικά |
| Κλητική | χαϊδευτικοί | χαϊδευτικές | χαϊδευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →