χαϊδεύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος χαϊδεύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος χαϊδεύω Βικιλεξικό
- όλο μου έκανε νάζια και χαϊδευόταν σα γατούλα
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
χαϊδεμένοςχαϊδεύτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →