Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαϊδολογώ

ρήμα
•
  1. χαϊδεύω κάποιον με στοργή και αγάπη για αρκετή ώρα, όπως η γιαγιά το εγγόνι Βικιλεξικό
    • Χαϊδολογάς το γατί και μετά κάθεσαι με αυτά τα χέρια και τρως -χώρια που γεμίζουν τρίχα όλα τα ρούχα και αναγκάζομαι να τα πλένω στο χέρι για να μην πήξει στην τρίχα το πλυντήριο
  2. χαϊδεύω κάποιον ερωτικά Βικιλεξικό
    • Βρήκα την κόρη σου να χαϊδολογιέται με ένα συμμαθητή της στην αυλή! Δεν είναι πολύ μικρά ακόμη για τέτοια;
  3. κάνω νάζια, καμώματα (αν και αυτό αποδίδεται συνηθέστερα με το χαϊδεύομαι) Βικιλεξικό
    • Ναι, καλά τώρα, μας έπεισες! Αντί να χαϊδολογιέσαι στρώσου να κάνεις καμιά δουλειά να περάσει κι ώρα σου

Ετυμολογία

χαϊδολογώ < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

χαϊδολογιέμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →