Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαϊδούλης

/xai̯ˈðu.lis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο χαδιάρης, που του αρέσουν τα χάδια Βικιλεξικό
  2. ο παραχαϊδεμένος, ο χαϊδεμένος ιδιαίτερα, ο καλομαθημένος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαϊδούλης < χάιδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαϊδούληςχαϊδούληδες
Γενικήχαϊδούληχαϊδούληδων
Αιτιατικήχαϊδούληχαϊδούληδες
Κλητικήχαϊδούληχαϊδούληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →