χαϊδούλης
•
- ο χαδιάρης, που του αρέσουν τα χάδια Βικιλεξικό
- ο παραχαϊδεμένος, ο χαϊδεμένος ιδιαίτερα, ο καλομαθημένος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαϊδούλης < χάιδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαϊδούλης | χαϊδούληδες |
| Γενική | χαϊδούλη | χαϊδούληδων |
| Αιτιατική | χαϊδούλη | χαϊδούληδες |
| Κλητική | χαϊδούλη | χαϊδούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →