Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαϊμαλί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυλαχτό (που συνήθως το κρεμάμε στο λαιμό) Βικιλεξικό
    • Στόχος της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση της έννοιας του φυλακτού στην περίοδο από τον 18ο έως και τον 20ό αιώνα, καθώς εκτός από τα γνωστά φυλακτά (χαϊμαλιά και σταυροί) υπήρχαν παράλληλα πολλά κοσμήματα και αντικείμενα, τα οποία, πέρα από την επιτέλεση της πρωταρχικής τους χρήσης, είχαν και αποτροπαϊκό χαρακτήρα. (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
  2. συνήθως στον πληθυντικό και με ειρωνική διάθεση: χαϊμαλιάφανταχτερό στολίδι ή κόσμημα άκομψο και αταίριαστο που κρεμιέται από τον λαιμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαϊμαλί < (άμεσο δάνειο) τουρκική hamaylı < αραβική حمائل (hamail)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαϊμαλίχαϊμαλιά
Γενικήχαϊμαλιούχαϊμαλιών
Αιτιατικήχαϊμαλίχαϊμαλιά
Κλητικήχαϊμαλίχαϊμαλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →