Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χείλι

/ˈçi.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χείλος του στόματος Βικιλεξικό
    • Δε χτύπησε αλλού, μονάχα έσκισε το χείλι του πάνω στην πέτρα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
    • Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. (Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 http://pamisos-messini.gr/articles/%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1/)

Ετυμολογία

χείλι < μεσαιωνική ελληνική χείλιν και ἀχείλιν με ανασυλλαβισμό "ἕνα ἀχείλι(ν)" > "ένα χείλι" < αρχαία ελληνική χεῖλος # χείλι < πληθυντικός του αρχαία ελληνική χεῖλος: τὰ χείλη-α > τα χείλια > ενικός το χείλι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχείλιχείλη / χείλια
Γενικήχειλιούχείλέων / χειλιών
Αιτιατικήχείλιχείλη / χείλια
Κλητικήχείλιχείλη / χείλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →