χείλωμα
•
- η απόληξη μιας επιφάνειας ή ενός πράγματος, που μοιάζει με χείλος Βικιλεξικό
- ειδικότεραη απόληξη ενός νομίσματος, που μοιάζει με χείλος Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χειλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χείλωμα < ελληνιστική κοινή χείλωμα < αρχαία ελληνική χεῖλος # χείλωμα < χειλώνω + -μα < χείλος + -ώνω < αρχαία ελληνική χεῖλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χείλωμα | χειλώματα |
| Γενική | χειλώματος | χειλωμάτων |
| Αιτιατική | χείλωμα | χειλώματα |
| Κλητική | χείλωμα | χειλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →