Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χεζάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο φοβιτσιάρης, ο χέστης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χεζάς < χεσᾶς (18ου αιώνα αλλά ίσως και μεσαιωνικό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχεζάςχεζάδες
Γενικήχεζάχεζάδων
Αιτιατικήχεζάχεζάδες
Κλητικήχεζάχεζάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →