χειλάκι
•
- υποκοριστικό του χείλος Βικιλεξικό
- Η Μέλπω έβαφε φιλάρεσκα τις Κυριακές τα ζαρωμένα της χειλάκια και γάμπριζε αθώα και διακριτικά (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
Ετυμολογία
χειλάκι < χείλι + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειλάκι | χειλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | χειλάκι | χειλάκια |
| Κλητική | χειλάκι | χειλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →