χειλοδοντικός
•
- γλωσσολογίαπου προφέρεται με το κάτω χείλος και τα πάνω δόντια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειλοδοντικός < χειλ(ικός) + οδοντικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική labiodental.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειλοδοντικός | χειλοδοντική | χειλοδοντικό |
| Γενική | χειλοδοντικού | χειλοδοντικής | χειλοδοντικού |
| Αιτιατική | χειλοδοντικό | χειλοδοντική | χειλοδοντικό |
| Κλητική | χειλοδοντικέ | χειλοδοντική | χειλοδοντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειλοδοντικοί | χειλοδοντικές | χειλοδοντικά |
| Γενική | χειλοδοντικών | χειλοδοντικών | χειλοδοντικών |
| Αιτιατική | χειλοδοντικούς | χειλοδοντικές | χειλοδοντικά |
| Κλητική | χειλοδοντικοί | χειλοδοντικές | χειλοδοντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →