Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειλοδοντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου προφέρεται με το κάτω χείλος και τα πάνω δόντια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειλοδοντικός < χειλ(ικός) + οδοντικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική labiodental.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειλοδοντικόςχειλοδοντικήχειλοδοντικό
Γενικήχειλοδοντικούχειλοδοντικήςχειλοδοντικού
Αιτιατικήχειλοδοντικόχειλοδοντικήχειλοδοντικό
Κλητικήχειλοδοντικέχειλοδοντικήχειλοδοντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειλοδοντικοίχειλοδοντικέςχειλοδοντικά
Γενικήχειλοδοντικώνχειλοδοντικώνχειλοδοντικών
Αιτιατικήχειλοδοντικούςχειλοδοντικέςχειλοδοντικά
Κλητικήχειλοδοντικοίχειλοδοντικέςχειλοδοντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →