χειλοϋπερωικός
•
- φωνητικήαυτός που αρθρώνεται με την συμμετοχή των χειλέων και της υπερώας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειλοϋπερωικός < (λόγιο) χειλ(ικός) + -ο- + υπερωικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική labiovélaire ή την γερμανική labiovelar.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειλοϋπερωικός | χειλοϋπερωική | χειλοϋπερωικό |
| Γενική | χειλοϋπερωικού | χειλοϋπερωικής | χειλοϋπερωικού |
| Αιτιατική | χειλοϋπερωικό | χειλοϋπερωική | χειλοϋπερωικό |
| Κλητική | χειλοϋπερωικέ | χειλοϋπερωική | χειλοϋπερωικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειλοϋπερωικοί | χειλοϋπερωικές | χειλοϋπερωικά |
| Γενική | χειλοϋπερωικών | χειλοϋπερωικών | χειλοϋπερωικών |
| Αιτιατική | χειλοϋπερωικούς | χειλοϋπερωικές | χειλοϋπερωικά |
| Κλητική | χειλοϋπερωικοί | χειλοϋπερωικές | χειλοϋπερωικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →