Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειμέριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο χειμερινός στα αρχαία ελληνικά, σήμερα όμως το επίθετο συνηθίζεται σε λίγες τυποποιημένες εκφράσεις Βικιλεξικό
    • Ορισμένα φίδια πέφτουν σε χειμερία νάρκη.
  2. το Χειμέριον, η ονομασία ακρωτηρίου της Θεσπρωτίας, το μετέπειτα "Χαρχάλι", κοντά στη σημερινή Πάργα, και Χειμέριος, ο γειτονικός κόλπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειμέριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χειμέριος < αρχαία ελληνική χειμών < αρχαία ελληνική χεῖμα (κρύο, παγωνιά, χειμώνας)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειμέριοςχειμέριίαχειμέριιο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →