Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειμαρρώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που η ροή του είναι σαν χειμάρρου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου είναι σαν χείμαρρος όταν μιλάει ή για γραπτό λόγο και γενικά για συμπεριφορά ορμητική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειμαρρώδης < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειμαρρώδηςχειμαρρώδηςχειμαρρώδες
Γενικήχειμαρρώδουςχειμαρρώδουςχειμαρρώδους
Αιτιατικήχειμαρρώδηχειμαρρώδηχειμαρρώδες
Κλητικήχειμαρρώδη / χειμαρρώδηςχειμαρρώδηςχειμαρρώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειμαρρώδειςχειμαρρώδειςχειμαρρώδη
Γενικήχειμαρρωδώνχειμαρρωδώνχειμαρρωδών
Αιτιατικήχειμαρρώδειςχειμαρρώδειςχειμαρρώδη
Κλητικήχειμαρρώδειςχειμαρρώδειςχειμαρρώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →