χειμερία
•
- παρωχημένοουσιαστικοποιημένο επίθετο με τη λέξη ημέρα να εννοείται. Σημαίνει ημέρα καλοκαιρινών μηνών, κατά την οποία όμως ο καιρός χαλάει και γίνεται χειμωνιάτικος, με βροχή, ανέμους ή και με θερινή καταιγίδα Βικιλεξικό
- άσχημος καιρός, παγωνιά (ανεξαρτήτως εποχής) Βικιλεξικό
- Κάνει χειμερία
- η "χειμερία νάρκη" με το νάρκη να απαλείφεται ως αυτονόητο Βικιλεξικό
- Έπεσε σε χειμερία
Ετυμολογία
χειμερία < χειμέριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειμερία | χειμερίες |
| Γενική | χειμερίας | χειμεριών |
| Αιτιατική | χειμερία | χειμερίες |
| Κλητική | χειμερία | χειμερίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →