Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειμερία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοουσιαστικοποιημένο επίθετο με τη λέξη ημέρα να εννοείται. Σημαίνει ημέρα καλοκαιρινών μηνών, κατά την οποία όμως ο καιρός χαλάει και γίνεται χειμωνιάτικος, με βροχή, ανέμους ή και με θερινή καταιγίδα Βικιλεξικό
  2. άσχημος καιρός, παγωνιά (ανεξαρτήτως εποχής) Βικιλεξικό
    • Κάνει χειμερία
  3. η "χειμερία νάρκη" με το νάρκη να απαλείφεται ως αυτονόητο Βικιλεξικό
    • Έπεσε σε χειμερία

Ετυμολογία

χειμερία < χειμέριος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειμερίαχειμερίες
Γενικήχειμερίαςχειμεριών
Αιτιατικήχειμερίαχειμερίες
Κλητικήχειμερίαχειμερίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →