χειράγρα
•
- ιατρικήαρθρίτιδα στα χέρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειράγρα < (ελληνιστική κοινή) < χείρ (χειρ-) + ἄγρα (κυνήγι, παγίδα που σε γραπώνει, η λέξη σχηματίστηκε κατ' αναλογία προς την επίσης (ελληνιστική κοινή) ποδάγρα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →