χειράμαξα
•
- είδος άμαξας ή καρότσας που την σπρώχνουν με τα χέρια, για την μεταφορά ανθρώπων, αντικειμένων, υλικών κ.λπ. Βικιλεξικό
- το καρότσι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειράμαξα < ελληνιστική κοινή χειράμαξα < αρχαία ελληνική χείρ + ἅμαξα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειράμαξα | χειράμαξες |
| Γενική | χειράμαξας | χειραμαξών |
| Αιτιατική | χειράμαξα | χειράμαξες |
| Κλητική | χειράμαξα | χειράμαξες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →