χειραγωγός
•
- παρωχημένοαυτός που καθοδηγεί κάποιον κρατώντας τον από το χέρι, π.χ. έναν τυφλό, ο οδηγός τυφλών Βικιλεξικό
- ο καθοδηγητής, που οδηγεί κάποιον πιθανόν με καλή πρόθεση, αλλά και που τον κατευθύνει εκεί που θέλει και τον μανιπουλάρει, τον κάνει "ό,τι θέλει" εκμεταλλευόμενος τον καθοδηγητικό του ρόλο Βικιλεξικό
- ναυτσχοινί που κρέμεται στα πλαϊνά του πλοίου για να σκαρφαλώνουν οι ναυτικοί όταν χρειάζεται ή επικουρικά για να διευκολυνθούν να επιβιβαστούν και να αποβιβαστούν από την μικρή λέμβο (την σωσίβια λέμβο), η βαρδαμάνα ή βαρδατζέντα Βικιλεξικό
- σχοινί που χρησίμευε παλιότερα όταν οι ναύτες σκαρφάλωναν ψηλά στις κεραίες για να αποδώσουν τιμές και έπρεπε από κάπου να κρατιώνται Βικιλεξικό
- σχοινί που χρησιμεύει ως χειρολαβή σε πρόχειρες στενές γέφυρες, ώστε να πιάνονται από κάπου εκείνοι που τις διασχίζουν Βικιλεξικό
- μεταλλικός ή ξύλινος σωλήνας σε σκάλα σπιτιού, χειρολαβή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειραγωγός < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειραγωγός | χειραγωγοί |
| Γενική | χειραγωγού | χειραγωγών |
| Αιτιατική | χειραγωγό | χειραγωγούς |
| Κλητική | χειραγωγέ | χειραγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →