Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειραγωγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοαυτός που καθοδηγεί κάποιον κρατώντας τον από το χέρι, π.χ. έναν τυφλό, ο οδηγός τυφλών Βικιλεξικό
  2. ο καθοδηγητής, που οδηγεί κάποιον πιθανόν με καλή πρόθεση, αλλά και που τον κατευθύνει εκεί που θέλει και τον μανιπουλάρει, τον κάνει "ό,τι θέλει" εκμεταλλευόμενος τον καθοδηγητικό του ρόλο Βικιλεξικό
  3. ναυτσχοινί που κρέμεται στα πλαϊνά του πλοίου για να σκαρφαλώνουν οι ναυτικοί όταν χρειάζεται ή επικουρικά για να διευκολυνθούν να επιβιβαστούν και να αποβιβαστούν από την μικρή λέμβο (την σωσίβια λέμβο), η βαρδαμάνα ή βαρδατζέντα Βικιλεξικό
  4. σχοινί που χρησίμευε παλιότερα όταν οι ναύτες σκαρφάλωναν ψηλά στις κεραίες για να αποδώσουν τιμές και έπρεπε από κάπου να κρατιώνται Βικιλεξικό
  5. σχοινί που χρησιμεύει ως χειρολαβή σε πρόχειρες στενές γέφυρες, ώστε να πιάνονται από κάπου εκείνοι που τις διασχίζουν Βικιλεξικό
  6. μεταλλικός ή ξύλινος σωλήνας σε σκάλα σπιτιού, χειρολαβή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειραγωγός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειραγωγόςχειραγωγοί
Γενικήχειραγωγούχειραγωγών
Αιτιατικήχειραγωγόχειραγωγούς
Κλητικήχειραγωγέχειραγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →