χειριστήριο
•
- χώρος από τον οποίων γίνεται ο χειρισμός μηχανημάτων Βικιλεξικό
- συσκευή με την οποία ελέγχεται η λειτουργία μηχανημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειριστήριο < (καθαρεύουσα) χειριστήριον < από την επίσης λόγια λέξη χειριστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειριστήριο | χειριστήρια |
| Γενική | χειριστήριου / χειριστηρίου | χειριστήριων / χειριστηρίων |
| Αιτιατική | χειριστήριο | χειριστήρια |
| Κλητική | χειριστήριο | χειριστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →