Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειροανακυβίστηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςανάποδη κωλοτούμπα με στήριξη στα χέρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειροανακυβίστηση (νεολογισμός) < χειρο- + ανακυβίστηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειροανακυβίστησηχειροανακυβιστήσεις
Γενικήχειροανακυβίστησηςχειροανακυβιστήσεων
Αιτιατικήχειροανακυβίστησηχειροανακυβιστήσεις
Κλητικήχειροανακυβίστησηχειροανακυβιστήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →