χειροανακυβίστηση
•
- νεολογισμόςανάποδη κωλοτούμπα με στήριξη στα χέρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροανακυβίστηση (νεολογισμός) < χειρο- + ανακυβίστηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροανακυβίστηση | χειροανακυβιστήσεις |
| Γενική | χειροανακυβίστησης | χειροανακυβιστήσεων |
| Αιτιατική | χειροανακυβίστηση | χειροανακυβιστήσεις |
| Κλητική | χειροανακυβίστηση | χειροανακυβιστήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →