χειροβομβίδα
•
- στρατιωτικός όροςβομβίδα που εκσφενδονίζεται με το χέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροβομβίδα < χειρο- + καθαρεύουσα βομβίς > βομβίδα, (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Handgranate
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροβομβίδα | χειροβομβίδες |
| Γενική | χειροβομβίδας | χειροβομβίδων |
| Αιτιατική | χειροβομβίδα | χειροβομβίδες |
| Κλητική | χειροβομβίδα | χειροβομβίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →