χειρονομώ
•
- κάνω χειρονομίες, συνοδεύω τα λόγια μου με κινήσεις των χεριών ή εκφράζομαι με τα χέρια χωρίς να μιλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειρονομώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χειρονομῶ, συνηρημένος τύπος του χειρονομέω < (χείρ) χειρο- + -νομῶ (< νόμος)
Άλλοι τύποι
χειρονομήσωχειρονομούσαχειρονόμησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →