χειροπέδα
•
- λαϊκότροποοι χειροπέδες Βικιλεξικό
- που λες, με βουτάει, μου φοράει τη χειροπέδα και με χώνει στη στενή
- το ίδιο αντικείμενο ή ίδιου σχήματος που χρησιμοποιείται για ερωτικά παιχνίδια Βικιλεξικό
- κόσμημα , βραχιόλι σε σχήμα χειροπέδης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροπέδα < χειροπέδη. Από τον πληθυντικό χειροπέδες πλάστηκε νέος ενικός σε -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροπέδα | — |
| Γενική | χειροπέδας | — |
| Αιτιατική | χειροπέδα | — |
| Κλητική | χειροπέδα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →