Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειροπέδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποοι χειροπέδες Βικιλεξικό
    • που λες, με βουτάει, μου φοράει τη χειροπέδα και με χώνει στη στενή
  2. το ίδιο αντικείμενο ή ίδιου σχήματος που χρησιμοποιείται για ερωτικά παιχνίδια Βικιλεξικό
  3. κόσμημα , βραχιόλι σε σχήμα χειροπέδης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειροπέδα < χειροπέδη. Από τον πληθυντικό χειροπέδες πλάστηκε νέος ενικός σε -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειροπέδα—
Γενικήχειροπέδας—
Αιτιατικήχειροπέδα—
Κλητικήχειροπέδα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →