χειροπράκτις
•
- θηλυκό του χειροπράκτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροπράκτις < χειροπράκτης + -ις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροπράκτις | χειροπράκτιδες |
| Γενική | χειροπράκτιδας / χειροπράκτιδος | χειροπράκτιδων / χειροπρακτίδων |
| Αιτιατική | χειροπράκτιδα | χειροπράκτιδες |
| Κλητική | χειροπράκτι / χειροπράκτι χειροπράκτις | χειροπράκτιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →