Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειροπράκτισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του χειροπράκτης Βικιλεξικό
    • Για να αντιληφθεί εντελέστερα το πνεύμα του τόπου, ο Νταβίντ συχνάζει στο «Καφέ των ψαράδων» του κάπελα Τομά, συχνάζει και στου δημάρχου, αλλά και στου ζωγράφου Μαξ, ο οποίος εργάζεται πάνω στη λειτουργία της αφόδευσης, συνομιλεί με τον χασάπη Παταρέν, τη χειροπράκτισσα Πελαζί, τη νεαρή οικολόγο αγρότισσα Λουσί, τον «εξάδελφο» Αρνό, με διανοητική υστέρηση, αλλά ο οποίος μπορεί να απομνημονεύσει την επέτειο κάθε γεγονότος, αρκεί να του δώσεις μια ημερομηνία. (www.efsyn.gr, 05.11.2023)

Ετυμολογία

χειροπράκτισσα < χειροπράκτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειροπράκτισσαχειροπράκτισσες
Γενικήχειροπράκτισσαςχειροπρακτισσών
Αιτιατικήχειροπράκτισσαχειροπράκτισσες
Κλητικήχειροπράκτισσαχειροπράκτισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →