χειροτερεύω
•
- κάνω κάτι χειρότερο απ΄ό,τι ήταν Βικιλεξικό
- Μη χειροτερεύεις τα πράματα ρίχνοντας λάδι στη φωτιά
- η κατάστασή μου γίνεται χειρότερη απ΄ ό,τι ήταν, επιδεινώνεται Βικιλεξικό
- Ο πυρετός είχε πέσει χτες αλλά τώρα σαν να μου φαίνεται ότι χειροτερεύω πάλι
Ετυμολογία
χειροτερεύω < χειρότερος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →