χειροφιλώ
•
- φιλώ το χέρι κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροφιλώ < χειρο- + φιλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χειροφιλάω / χειροφιλώ | χειροφιλάς | χειροφιλά / χειροφιλάει | χειροφιλάμε / χειροφιλούμε | χειροφιλάτε | χειροφιλάν / χειροφιλάνε / χειροφιλούν / χειροφιλούνε |
| Παρατατικός | χειροφίλαγα / χειροφιλούσα | χειροφίλαγες / χειροφιλούσες | χειροφίλαγε / χειροφιλούσε | χειροφιλάγαμε / χειροφιλούσαμε | χειροφιλάγατε / χειροφιλούσατε | χειροφίλαγαν / χειροφιλάγανε / χειροφιλούσαν / χειροφιλούσανε |
| Αόριστος | χειροφίλησα | χειροφίλησες | χειροφίλησε | χειροφιλήσαμε | χειροφιλήσατε | χειροφίλησαν / χειροφιλήσαν |
| Μέλλοντας | θα χειροφιλάω / θα χειροφιλήσω / θα χειροφιλώ | θα χειροφιλάς / θα χειροφιλήσεις | θα χειροφιλά / θα χειροφιλάει / θα χειροφιλήσει | θα χειροφιλάμε / θα χειροφιλήσουμε / θα χειροφιλούμε | θα χειροφιλάτε / θα χειροφιλήσετε | θα χειροφιλάν / θα χειροφιλάνε / θα χειροφιλούν / θα χειροφιλούνε |
| Υποτακτική | να χειροφιλάω / να χειροφιλήσω / να χειροφιλώ | να χειροφιλάς / να χειροφιλήσεις | να χειροφιλά / να χειροφιλάει / να χειροφιλήσει | να χειροφιλάμε / να χειροφιλήσουμε / να χειροφιλούμε | να χειροφιλάτε / να χειροφιλήσετε | να χειροφιλάν / να χειροφιλάνε / να χειροφιλούν / να χειροφιλούνε |
| Προστακτική | — | χειροφίλα / χειροφίλαγε / χειροφίλησε | — | — | χειροφιλάτε / χειροφιλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →