Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειρόγραφο

/çiˈɾo.ɣɾa.fo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κείμενο που έχει γραφτεί με το χέρι Βικιλεξικό
  2. πρωτότυπο έγγραφο από το χέρι του συγγραφέα Βικιλεξικό
    • ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
    • είχε στίβες ολόκληρες από χειρόγραφα στο δωμάτιό του. Πολύ λίγα απ΄ αυτά δημοσιεύθηκαν και τα άλλα είναι ζήτημα αν σώζωνται πουθενά, ή αν τα πρόσφερε ο ίδιος θυσία στον Ήφαιστο, πριν προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Ποσειδώνα (Παύλος Νιρβάνας, Ένας ουτοπιστής ελληνολάτρης, Για τον Περικλή Γιαννόπουλο) (σ.σ. Ο Περικλής Γιαννόπουλος έκαψε τα χειρόγραφά του - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ήφαιστο» του κειμένου - και στη συνέχεια αυτοκτόνησε και έπεσε στη θάλασσα - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ποσειδώνα») του κειμένου

Ετυμολογία

χειρόγραφο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χειρόγραφος. Δείτε χειρό-, -γραφο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειρόγραφοχειρόγραφα
Γενικήχειρογράφου / χειρόγραφουχειρογράφων
Αιτιατικήχειρόγραφοχειρόγραφα
Κλητικήχειρόγραφοχειρόγραφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →