χειρόφερτος
•
- βλ. συνώνυμο συσκευή χειρός Βικιλεξικό
- ακουστικές (audio) εφαρμογές PMSE στις οποίες ο πομπός είναι είτε σωματοφόρετος (body worn) ή χειρόφερτος (handheld)
- Χειρόφερτος εξοπλισμός ψεκασμού για αναφλέξιμα υγρά υλικά επικάλυψης.
- λυχνία χειρόφερτος
Ετυμολογία
χειρόφερτος < → δείτε τις λέξεις χείρα και φέρω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρόφερτος | χειρόφερτη | χειρόφερτο |
| Γενική | χειρόφερτου | χειρόφερτης | χειρόφερτου |
| Αιτιατική | χειρόφερτο | χειρόφερτη | χειρόφερτο |
| Κλητική | χειρόφερτε | χειρόφερτη | χειρόφερτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρόφερτοι | χειρόφερτες | χειρόφερτα |
| Γενική | χειρόφερτων | χειρόφερτων | χειρόφερτων |
| Αιτιατική | χειρόφερτους | χειρόφερτες | χειρόφερτα |
| Κλητική | χειρόφερτοι | χειρόφερτες | χειρόφερτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →