χειρόφρενο
•
- χειροκίνητος μηχανισμός που επιτρέπει στον οδηγό να ακινητοποιεί το αυτοκίνητο με ασφάλεια ή να κάνει τούς πίσω τροχούς να χάσουν την πρόσφυση για πλαγιολίσθιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειρόφρενο < χειρο- + φρένο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρόφρενο | χειρόφρενα |
| Γενική | χειρόφρενου | χειρόφρενων |
| Αιτιατική | χειρόφρενο | χειρόφρενα |
| Κλητική | χειρόφρενο | χειρόφρενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →