χειρώνακτας
•
- εκείνος που ασχολείται αποκλειστικά με χειρωνακτικές εργασίες, ως εργάτης, οικοδόμος, αχθοφόρος, που κάνει συνήθως κάποια δουλειά βαριά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτός που δεν κάνει δουλειά γραφείου ή δουλειά που βασίζεται κυρίως ή μόνο στην σκέψη (διανοητική εργασία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειρώνακτας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χειρῶναξ, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική manœuvre. Συγχρονικά αναλύεται σε χειρ- + -ώ- + (ά)νακτα (άναξ) + -ς.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρώνακτας | χειρώνακτες |
| Γενική | χειρώνακτα | χειρωνάκτων |
| Αιτιατική | χειρώνακτα | χειρώνακτες |
| Κλητική | χειρώνακτα | χειρώνακτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →