Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειρώνακτας

/çiˈɾo.na.ktas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκείνος που ασχολείται αποκλειστικά με χειρωνακτικές εργασίες, ως εργάτης, οικοδόμος, αχθοφόρος, που κάνει συνήθως κάποια δουλειά βαριά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαυτός που δεν κάνει δουλειά γραφείου ή δουλειά που βασίζεται κυρίως ή μόνο στην σκέψη (διανοητική εργασία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειρώνακτας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χειρῶναξ, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική manœuvre. Συγχρονικά αναλύεται σε χειρ- + -ώ- + (ά)νακτα (άναξ) + -ς.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειρώνακταςχειρώνακτες
Γενικήχειρώνακταχειρωνάκτων
Αιτιατικήχειρώνακταχειρώνακτες
Κλητικήχειρώνακταχειρώνακτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →