χελωνάκι
•
- ζωολογίαυποκοριστικό του χελώνα Βικιλεξικό
- ζωολογίαυποκοριστικό του χελώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χελωνάκι < χελώνα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χελωνάκι | χελωνάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | χελωνάκι | χελωνάκια |
| Κλητική | χελωνάκι | χελωνάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →