Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χελωνίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την χελώνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χελωνίσιος < χελών(α) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχελωνίσιοςχελωνίσιαχελωνίσιο
Γενικήχελωνίσιουχελωνίσιαςχελωνίσιου
Αιτιατικήχελωνίσιοχελωνίσιαχελωνίσιο
Κλητικήχελωνίσιεχελωνίσιαχελωνίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχελωνίσιοιχελωνίσιεςχελωνίσια
Γενικήχελωνίσιωνχελωνίσιωνχελωνίσιων
Αιτιατικήχελωνίσιουςχελωνίσιεςχελωνίσια
Κλητικήχελωνίσιοιχελωνίσιεςχελωνίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →