Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χεράτα

επίρρημα
•
  1. λαϊκότροπομε το χέρι, χειροκίνητα, με άμεση ανθρώπινη παρέμβαση και όχι με αυτοματοποιημένο τρόπο Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποπρόχειρα ή ανεπίσημα, έξω από κανονική διαδικασία, με τρόπο μη τυποποιημένο, συχνά χωρίς έλεγχο ή θεσμική κάλυψη  Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροπομε προσωπική παρέμβαση για εξυπηρέτηση, ενίοτε υπαινικτικά για παράτυπη ή «κατ’ ιδίαν» διευθέτηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χεράτα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χεράτος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →