χεράτα
•
- λαϊκότροπομε το χέρι, χειροκίνητα, με άμεση ανθρώπινη παρέμβαση και όχι με αυτοματοποιημένο τρόπο Βικιλεξικό
- λαϊκότροποπρόχειρα ή ανεπίσημα, έξω από κανονική διαδικασία, με τρόπο μη τυποποιημένο, συχνά χωρίς έλεγχο ή θεσμική κάλυψη  Βικιλεξικό
- λαϊκότροπομε προσωπική παρέμβαση για εξυπηρέτηση, ενίοτε υπαινικτικά για παράτυπη ή «κατ’ ιδίαν» διευθέτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χεράτα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χεράτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →