Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χεριά

/çeɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροπο και μάλλον παρωχημένομια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου Βικιλεξικό
  2. λαογραφίατρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών Βικιλεξικό
    • Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)
  3. λαογραφίατρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα Βικιλεξικό
  4. ιδιωματικόξυλιά Βικιλεξικό
    • Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό

Ετυμολογία

χεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χερέα με συνίζηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχεριάχεριές
Γενικήχεριάςχεριών
Αιτιατικήχεριάχεριές
Κλητικήχεριάχεριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →