Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χεροβολιάζω

ρήμα
•
  1. κόβω και μαζεύω στάχυα Βικιλεξικό
  2. μαζεύω μια παρτίδα στάχυα, όσα χωράνε στη χούφτα μου (μια χεροβολιά ή μια δράκα ή μια χεριά) και τα δένω μαζί με άλλα σε ένα μεγαλύτερο δεμάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χεροβολιάζω < χεροβολιά και χερόβολο < μεσαιωνική ελληνική χερόβολον

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχεροβολιάζωχεροβολιάζειςχεροβολιάζειχεροβολιάζουμεχεροβολιάζετεχεροβολιάζουν / χεροβολιάζουνε
Παρατατικόςχεροβόλιαζαχεροβόλιαζεςχεροβόλιαζεχεροβολιάζαμεχεροβολιάζατεχεροβολιάζαν / χεροβολιάζανε / χεροβόλιαζαν
Αόριστοςχεροβόλιασαχεροβόλιασεςχεροβόλιασεχεροβολιάσαμεχεροβολιάσατεχεροβολιάσαν / χεροβολιάσανε / χεροβόλιασαν
Μέλλονταςθα χεροβολιάζω / θα χεροβολιάσωθα χεροβολιάζεις / θα χεροβολιάσειςθα χεροβολιάζει / θα χεροβολιάσειθα χεροβολιάζουμε / θα χεροβολιάσουμεθα χεροβολιάζετε / θα χεροβολιάσετεθα χεροβολιάζουν / θα χεροβολιάζουνε / θα χεροβολιάσουν / θα χεροβολιάσουνε
Παρακείμενοςέχω χεροβολιάσειέχεις χεροβολιάσειέχει χεροβολιάσειέχουμε χεροβολιάσειέχετε χεροβολιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χεροβολιάσειείχες χεροβολιάσειείχε χεροβολιάσειείχαμε χεροβολιάσει——
Υποτακτικήνα έχω χεροβολιάσει / να χεροβολιάζω / να χεροβολιάσωνα έχεις χεροβολιάσει / να χεροβολιάζεις / να χεροβολιάσειςνα έχει χεροβολιάσει / να χεροβολιάζει / να χεροβολιάσεινα έχουμε χεροβολιάσει / να χεροβολιάζουμε / να χεροβολιάσουμενα έχετε χεροβολιάσει / να χεροβολιάζετε / να χεροβολιάσετενα χεροβολιάζουν / να χεροβολιάζουνε / να χεροβολιάσουν / να χεροβολιάσουνε
Προστακτική—χεροβόλιαζε / χεροβόλιασε——χεροβολιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χεροβολιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →