χεροβολιάζω
•
- κόβω και μαζεύω στάχυα Βικιλεξικό
- μαζεύω μια παρτίδα στάχυα, όσα χωράνε στη χούφτα μου (μια χεροβολιά ή μια δράκα ή μια χεριά) και τα δένω μαζί με άλλα σε ένα μεγαλύτερο δεμάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χεροβολιάζω < χεροβολιά και χερόβολο < μεσαιωνική ελληνική χερόβολον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χεροβολιάζω | χεροβολιάζεις | χεροβολιάζει | χεροβολιάζουμε | χεροβολιάζετε | χεροβολιάζουν / χεροβολιάζουνε |
| Παρατατικός | χεροβόλιαζα | χεροβόλιαζες | χεροβόλιαζε | χεροβολιάζαμε | χεροβολιάζατε | χεροβολιάζαν / χεροβολιάζανε / χεροβόλιαζαν |
| Αόριστος | χεροβόλιασα | χεροβόλιασες | χεροβόλιασε | χεροβολιάσαμε | χεροβολιάσατε | χεροβολιάσαν / χεροβολιάσανε / χεροβόλιασαν |
| Μέλλοντας | θα χεροβολιάζω / θα χεροβολιάσω | θα χεροβολιάζεις / θα χεροβολιάσεις | θα χεροβολιάζει / θα χεροβολιάσει | θα χεροβολιάζουμε / θα χεροβολιάσουμε | θα χεροβολιάζετε / θα χεροβολιάσετε | θα χεροβολιάζουν / θα χεροβολιάζουνε / θα χεροβολιάσουν / θα χεροβολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χεροβολιάσει | έχεις χεροβολιάσει | έχει χεροβολιάσει | έχουμε χεροβολιάσει | έχετε χεροβολιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χεροβολιάσει | είχες χεροβολιάσει | είχε χεροβολιάσει | είχαμε χεροβολιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χεροβολιάσει / να χεροβολιάζω / να χεροβολιάσω | να έχεις χεροβολιάσει / να χεροβολιάζεις / να χεροβολιάσεις | να έχει χεροβολιάσει / να χεροβολιάζει / να χεροβολιάσει | να έχουμε χεροβολιάσει / να χεροβολιάζουμε / να χεροβολιάσουμε | να έχετε χεροβολιάσει / να χεροβολιάζετε / να χεροβολιάσετε | να χεροβολιάζουν / να χεροβολιάζουνε / να χεροβολιάσουν / να χεροβολιάσουνε |
| Προστακτική | — | χεροβόλιαζε / χεροβόλιασε | — | — | χεροβολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χεροβολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →