χεροπόδαρα
•
- κυριολεκτικάκαι στα χέρια, και στο πόδια Βικιλεξικό
- δεμένοι χεροπόδαρα
- και αν εσύ ποθείς ν' ακούσης, ας σε δέσουν ολόρθον χεροπόδαρα 'ς του καταρτιού την ρίζα, 50 και των σχοινιών ταις κορυφαίς ας σφίξουν 'ς τον κορμό του, ηδονικά το λάλημα ν' ακούσης των Σειρήνων. (Όμηρος, Οδύσσεια, απόδοση Ιάκωβος Πολυλάς)
- Ειδεμή, γιατί πέθανε η Μελέκη στον τρίτο το μήνα της; Γιατί τρελλάθηκε ο Αγάς, και τονε δέσανε χεροπόδαρα, και τον έδερναν αλύπητα να τονε γιατρέψουν, κι αυτός θεραπειά πια δεν είδε; (Αργύρης Εφταλιώτης, Οι Φυλλάδες του Γεροδήμου.)
- μεταφορικάμε πιεστικό τρόπο, ώστε να αποκλείεται η κίνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χεροπόδαρα < (χέρι) χερο- + ποδάρ(ι) + -α
Άλλοι τύποι
χειροπόδαρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →