Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χερουβικός

/çe.ɾu.viˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τα χερουβείμ Βικιλεξικό
    • Χερουβικός Ύμνος
  2. μεταφορικάπολύ όμορφος Βικιλεξικό
    • Έχει χερουβικά μάτια

Ετυμολογία

χερουβικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χερουβικόν

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχερουβικόςχερουβικήχερουβικό
Γενικήχερουβικούχερουβικήςχερουβικού
Αιτιατικήχερουβικόχερουβικήχερουβικό
Κλητικήχερουβικέχερουβικήχερουβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχερουβικοίχερουβικέςχερουβικά
Γενικήχερουβικώνχερουβικώνχερουβικών
Αιτιατικήχερουβικούςχερουβικέςχερουβικά
Κλητικήχερουβικοίχερουβικέςχερουβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →