χερουλάτης
•
- ιδιωματικόη χειρολαβή του ξυλάλετρου (ξύλινο αλέτρι) Βικιλεξικό
- Σήμερ’ αρχίζει ο κάματος. Ήρθαν τα πρωτοβρόχια, | θα ’μεθα μεις η πρωιμιά. Άφαντος ζευγολάτης, | που δε δειλιάζει στη σπορά, κρατεί το χερουλάτη.
- Ο Leake περιγράφει την περισσότερο διαδεδομένη παραλλαγή του αμφίπλευρου αλετριού με αλετροπόδα: ο χερουλάτης αποτελείται από μια γωνιώδη προέκταση της τελευταίας και ένα πρόσθεμα εσφηνωμένο στην άκρη της. Υπάρχουν δυό ακόμη παραλλαγές: το σταβάρι και η αλετροπόδα προέρχονται από το ίδιο ξύλο και ολόκληρος ο χερουλάτης είναι πρόσθετος ή τα τρία αυτά μέρη του αλετριού είναι ανεξάρτητα και προσαρτημένα".
Ετυμολογία
χερουλάτης < χερού(λι) + -λάτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χερουλάτης | χερουλάτες |
| Γενική | χερουλάτη | χερουλατών |
| Αιτιατική | χερουλάτη | χερουλάτες |
| Κλητική | χερουλάτη | χερουλάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →