χερούκλα
•
- προφορικόμεγάλο χέρι Βικιλεξικό
- Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
Ετυμολογία
χερούκλα < χέρ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -ούκλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χερούκλα | χερούκλες |
| Γενική | χερούκλας | — |
| Αιτιατική | χερούκλα | χερούκλες |
| Κλητική | χερούκλα | χερούκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →