Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χηλοειδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με το χηλοειδές ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χηλοειδής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chéloïde < αρχαία ελληνική χηλή + -ειδής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχηλοειδήςχηλοειδήςχηλοειδές
Γενικήχηλοειδούςχηλοειδούςχηλοειδούς
Αιτιατικήχηλοειδήχηλοειδήχηλοειδές
Κλητικήχηλοειδή / χηλοειδήςχηλοειδήςχηλοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχηλοειδείςχηλοειδείςχηλοειδή
Γενικήχηλοειδώνχηλοειδώνχηλοειδών
Αιτιατικήχηλοειδείςχηλοειδείςχηλοειδή
Κλητικήχηλοειδείςχηλοειδείςχηλοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →