Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χημικός

/çi.miˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαεπιστήμονας που ασχολείται με τη χημεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χημικός < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χημικός

/çi.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην επιστήμη της χημείας και τα υλικά σώματα από τη σκοπιά που τα εξετάζει η επιστήμη αυτή Βικιλεξικό
    • χημικό εργαστήριο, χημικές ιδιότητες

Ετυμολογία

χημικός < → λείπει η ετυμολογία. Μορφολογικά αναλύεται σε χημ-εία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχημικόςχημικήχημικό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →