Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χηνίσιος

/çiˈni.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη χήνα, ανήκει η αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χηνίσιος < χήν(α) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχηνίσιοςχηνίσιαχηνίσιο
Γενικήχηνίσιουχηνίσιαςχηνίσιου
Αιτιατικήχηνίσιοχηνίσιαχηνίσιο
Κλητικήχηνίσιεχηνίσιαχηνίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχηνίσιοιχηνίσιεςχηνίσια
Γενικήχηνίσιωνχηνίσιωνχηνίσιων
Αιτιατικήχηνίσιουςχηνίσιεςχηνίσια
Κλητικήχηνίσιοιχηνίσιεςχηνίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →