χηνίσιος
•
- που έχει σχέση με τη χήνα, ανήκει η αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χηνίσιος < χήν(α) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χηνίσιος | χηνίσια | χηνίσιο |
| Γενική | χηνίσιου | χηνίσιας | χηνίσιου |
| Αιτιατική | χηνίσιο | χηνίσια | χηνίσιο |
| Κλητική | χηνίσιε | χηνίσια | χηνίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χηνίσιοι | χηνίσιες | χηνίσια |
| Γενική | χηνίσιων | χηνίσιων | χηνίσιων |
| Αιτιατική | χηνίσιους | χηνίσιες | χηνίσια |
| Κλητική | χηνίσιοι | χηνίσιες | χηνίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →