Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χηνώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου μοιάζει με χήνα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανόητος Βικιλεξικό
    • 18/19ος κε αιώνας ⌘ Αδαμάντιος Κοραής, επιστολή ΜΣΤ', στο Απάνθισμα Επιστολών Αδαμαντίου Κοραή, Ιάκωβος Ρώτας (επιμ.), Τυπογραφία Κ. Ράλλη, Αθήνα 1839, σελ. 129. @digitallibrary.academyofathens.gr

Ετυμολογία

χηνώδης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χηνώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχηνώδηςχηνώδηςχηνώδες
Γενικήχηνώδουςχηνώδουςχηνώδους
Αιτιατικήχηνώδηχηνώδηχηνώδες
Κλητικήχηνώδη / χηνώδηςχηνώδηςχηνώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχηνώδειςχηνώδειςχηνώδη
Γενικήχηνωδώνχηνωδώνχηνωδών
Αιτιατικήχηνώδειςχηνώδειςχηνώδη
Κλητικήχηνώδειςχηνώδειςχηνώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →