χηρεύω
•
- αμετάβατομένω χήρος ή χήρα Βικιλεξικό
- αμετάβατομένω κενός, ακάλυπτος μέχρι να οριστεί νέος κάτοχος του τίτλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χηρεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χηρεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χηρεύω | χηρεύεις | χηρεύει | χηρεύουμε | χηρεύετε | χηρεύουν / χηρεύουνε |
| Παρατατικός | χήρευα | χήρευες | χήρευε | χηρεύαμε | χηρεύατε | χήρευαν / χηρεύαν / χηρεύανε |
| Αόριστος | χήρεψα | χήρεψες | χήρεψε | χηρέψαμε | χηρέψατε | χήρεψαν / χηρέψαν / χηρέψανε |
| Μέλλοντας | θα χηρέψω / θα χηρεύω | θα χηρέψεις / θα χηρεύεις | θα χηρέψει / θα χηρεύει | θα χηρέψουμε / θα χηρεύουμε | θα χηρέψετε / θα χηρεύετε | θα χηρέψουν / θα χηρέψουνε / θα χηρεύουν / θα χηρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω χηρέψει | έχεις χηρέψει | έχει χηρέψει | έχουμε χηρέψει | έχετε χηρέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χηρέψει | είχες χηρέψει | είχε χηρέψει | είχαμε χηρέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χηρέψει / να χηρέψω / να χηρεύω | να έχεις χηρέψει / να χηρέψεις / να χηρεύεις | να έχει χηρέψει / να χηρέψει / να χηρεύει | να έχουμε χηρέψει / να χηρέψουμε / να χηρεύουμε | να έχετε χηρέψει / να χηρέψετε / να χηρεύετε | να χηρέψουν / να χηρέψουνε / να χηρεύουν / να χηρεύουνε |
| Προστακτική | — | χήρευε / χήρεψε | — | — | χηρέψτε / χηρεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →